δαιμονικός
[ðemoniˈkos]прилагательноеB2
Значения
1
демонический, дьявольский
demonic, devilish · δαιμονικές δυνάμεις — демонические силы
2
зловещий, зловредный, коварный
sinister, malevolent, cunning · δαιμονικό σχέδιο — зловещий план
Грамматика
мужской род
им.
δαιμονικός
вин.
δαιμονικό
род.
δαιμονικού
зват.
δαιμονικέ
женский род
им.
δαιμονική
вин.
δαιμονική
род.
δαιμονικής
зват.
δαιμονική
средний род
им.
δαιμονικό
вин.
δαιμονικό
род.
δαιμονικού
зват.
δαιμονικό
Примеры
Η δαιμονική έκφραση του προσώπου του τον έκανε τρομακτικό.
Его демоническое выражение лица делало его устрашающим. · His demonic expression made him terrifying.
Με δαιμονική εμπειρία κατάφερε να τους εξαπατήσει.
С дьявольской хитростью ему удалось их обмануть. · With devilish cunning, he managed to trick them.
Το δαιμονικό σχέδιό του αποκαλύφθηκε πολύ αργά.
Его зловещий план был раскрыт слишком поздно. · His sinister plan was exposed too late.