Греческий словарь
с грамматикой

δαγκώνω

[ðaŋˈkono]глаголA1

Значения

1
кусать
to bite · ο σκύλος δαγκώνει — собака кусает
2
жалить (о насекомом)
to sting (of insect) · η μέλισσα δαγκώνει — пчела жалит

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δαγκώνω
εσύ
δαγκώνεις
αυτός
δαγκώνει
εμείς
δαγκώνουμε
εσείς
δαγκώνετε
αυτοί
δαγκώνουν
Аорист
εγώ
δάγκωσα
εσύ
δάγκωσες
αυτός
δάγκωσε
εμείς
δάγκωσαν
εσείς
δάγκωσαν
αυτοί
δάγκωσαν
Будущее
εγώ
θα δαγκώσω
εσύ
θα δαγκώσεις
αυτός
θα δαγκώσει
εμείς
θα δαγκώσουμε
εσείς
θα δαγκώσετε
αυτοί
θα δαγκώσουν

Примеры

Ο σκύλος δάγκωσε το παιδί.
Собака укусила ребёнка. · The dog bit the child.
Με δαγκώνει κάθε φορά που κολυμπώ.
Меня жалит каждый раз, когда я плыву. · It stings me every time I swim.
Δάγκωσε το μήλο και το έφαγε.
Он укусил яблоко и съел его. · He bit the apple and ate it.
Προσοχή! Ο σκύλος δαγκώνει!
Осторожно! Собака кусается! · Watch out! The dog bites!