Греческий словарь
с грамматикой

δίνω

[ˈðino]глаголA1

Значения

1
давать, дарить
to give · δίνω δώρο — дарю подарок
2
предоставлять, оказывать
to provide, to offer · δίνω βοήθεια — оказываю помощь
3
производить, издавать
to produce, to yield · το δέντρο δίνει καρπούς — дерево приносит плоды

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δίνω
εσύ
δίνεις
αυτός
δίνει
εμείς
δίνουμε
εσείς
δίνετε
αυτοί
δίνουν
Аорист
εγώ
έδωσα
εσύ
έδωσες
αυτός
έδωσε
εμείς
δώσαμε
εσείς
δώσατε
αυτοί
έδωσαν
Будущее
εγώ
θα δώσω
εσύ
θα δώσεις
αυτός
θα δώσει
εμείς
θα δώσουμε
εσείς
θα δώσετε
αυτοί
θα δώσουν

Примеры

Της έδωσα ένα όμορφο βιβλίο.
Я подарил ей красивую книгу. · I gave her a beautiful book.
Ο δάσκαλος δίνει τα μαθήματα κάθε πρωί.
Учитель преподаёт уроки каждое утро. · The teacher holds lessons every morning.
Δώστε με τηλέφωνό σας, παρακαλώ.
Дайте мне ваш номер телефона, пожалуйста. · Give me your phone number, please.
Θα του δώσω χρήματα για το εισιτήριο.
Я дам ему деньги на билет. · I will give him money for the ticket.