δίκιο
[ˈðikjo]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
право, справедливость
right, justice · έχει δίκιο — он прав
2
закон, юридическое право
law, legal right · δίκιο της εργασίας — трудовое право
Грамматика
Ед. ч.
им.
το δίκιο
вин.
το δίκιο
род.
του δικίου
зват.
δίκιο
Мн. ч.
им.
τα δικαιώματα
вин.
τα δικαιώματα
род.
των δικαιωμάτων
зват.
δικαιώματα
Примеры
Έχεις δίκιο, δεν το σκέφτηκα.
Ты прав, я об этом не подумал. · You're right, I didn't think of that.
Το δίκιο είναι σημαντικό στη δημοκρατία.
Справедливость важна в демократии. · Justice is important in a democracy.
Όλοι έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις.
У всех есть права и обязанности. · Everyone has rights and duties.
Δεν έχει δίκιο να με μιλάει έτσι.
Он не имеет права говорить со мной так. · He has no right to speak to me like that.