Греческий словарь
с грамматикой

δίδω

[ˈðiðo]глаголA1

Значения

1
давать, дарить
to give · δίδω ένα δώρο — даю подарок
2
предоставлять, уделять (внимание, время)
to grant, to devote, to offer · δίδω προσοχή — уделяю внимание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δίδω
εσύ
δίδεις
αυτός
δίδει
εμείς
δίδουμε
εσείς
δίδετε
αυτοί
δίδουν
Аорист
εγώ
έδωσα
εσύ
έδωσες
αυτός
έδωσε
εμείς
δώσαμε
εσείς
δώσατε
αυτοί
έδωσαν
Будущее
εγώ
θα δώσω
εσύ
θα δώσεις
αυτός
θα δώσει
εμείς
θα δώσουμε
εσείς
θα δώσετε
αυτοί
θα δώσουν

Примеры

Ο πατέρας μου μου έδωσε ένα ποδήλατο.
Мой отец подарил мне велосипед. · My father gave me a bicycle.
Δίδω μεγάλη σημασία στην εκπαίδευση.
Я придаю большое значение образованию. · I place great importance on education.
Θα σας δώσω τα έγγραφα αύριο.
Я дам вам документы завтра. · I'll give you the documents tomorrow.
Δώστε με προσοχή, παρακαλώ.
Слушайте меня внимательно, пожалуйста. · Listen to me carefully, please.