δίδαγμα
[ˈðiðaɣma]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
учение, доктрина
teaching, doctrine · το δίδαγμα της Εκκλησίας — учение Церкви
2
произведение, труд (письменный)
work, treatise (written) · ένα σημαντικό δίδαγμα — важный труд
Грамматика
Ед. ч.
им.
το δίδαγμα
вин.
το δίδαγμα
род.
του διδάγματος
зват.
δίδαγμα
Мн. ч.
им.
τα διδάγματα
вин.
τα διδάγματα
род.
των διδαγμάτων
зват.
διδάγματα
Примеры
Τα διδάγματα του Χριστού είναι αιώνια.
Учения Христа вечны. · The teachings of Christ are eternal.
Πολλοί φιλόσοφοι αμφισβήτησαν το δίδαγμα αυτό.
Многие философы оспаривали это учение. · Many philosophers challenged this doctrine.
Ο καθηγητής σχολίασε τα διδάγματα των αρχαίων.
Профессор прокомментировал труды древних. · The professor commented on the works of the ancients.