Греческий словарь
с грамматикой

δήμαρχος

[ˈðimarxos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
мэр, глава муниципалитета
mayor, head of a municipality · ο δήμαρχος της πόλης — мэр города

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο δήμαρχος
вин.
τον δήμαρχο
род.
του δημάρχου
зват.
δήμαρχε
Мн. ч.
им.
οι δήμαρχοι
вин.
τους δημάρχους
род.
των δημάρχων
зват.
δήμαρχοι

Примеры

Ο δήμαρχος άνοιξε το νέο πάρκο χθες.
Вчера мэр открыл новый парк. · The mayor opened the new park yesterday.
Συναντήθηκα με τον δήμαρχο για τα προβλήματα της γειτονιάς.
Я встретился с мэром по поводу проблем района. · I met with the mayor about the neighbourhood's problems.
Οι δήμαρχοι του νομού συζητούν τα δημοτικά ζητήματα.
Мэры округа обсуждают муниципальные вопросы. · The mayors of the prefecture discuss municipal issues.