Греческий словарь
с грамматикой

δέω

[ˈðeo]глаголB1

Значения

1
нуждаться, быть необходимым
to need, to be necessary · δέω νερό — нужна вода
2
связывать, привязывать
to bind, to tie · δέω το σχοινί — связываю верёвку

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δέω
εσύ
δέεις
αυτός
δέει
εμείς
δέουμε
εσείς
δέετε
αυτοί
δέουν
Аорист
εγώ
έδεσα
εσύ
έδεσες
αυτός
έδεσε
εμείς
έδεσαμε
εσείς
έδεσατε
αυτοί
έδεσαν
Будущее
εγώ
θα δέσω
εσύ
θα δέσεις
αυτός
θα δέσει
εμείς
θα δέσουμε
εσείς
θα δέσετε
αυτοί
θα δέσουν

Примеры

Δέουμε νερό για το φυτό.
Нам нужна вода для растения. · We need water for the plant.
Έδεσε το δέμα με σχοινί.
Она обвязала посылку верёвкой. · She tied the parcel with string.
Θα δέσω τα παπούτσια σου.
Я завяжу твои шнурки. · I'll tie your shoelaces.
Δέετε βοήθεια με το πρόβλημα;
Вам нужна помощь с проблемой? · Do you need help with the problem?