Греческий словарь
с грамматикой

δέχομαι

[ˈðeçome]глаголA2

Значения

1
принимать, брать (что-либо предложенное)
to accept, to take (something offered) · δέχομαι ένα δώρο — принимаю подарок
2
принимать (гостей, посетителей)
to receive, to welcome (guests, visitors) · δέχομαι φίλους στο σπίτι — принимаю друзей дома
3
допускать, предполагать
to suppose, to assume · δέχομαι ότι έχεις δίκιο — предполагаю, что ты прав

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δέχομαι
εσύ
δέχεσαι
αυτός
δέχεται
εμείς
δεχόμαστε
εσείς
δέχεστε
αυτοί
δέχονται
Аорист
εγώ
δέχτηκα
εσύ
δέχτηκες
αυτός
δέχτηκε
εμείς
δεχτήκαμε
εσείς
δεχτήκατε
αυτοί
δέχτηκαν
Будущее
εγώ
θα δεχτώ
εσύ
θα δεχτείς
αυτός
θα δεχτεί
εμείς
θα δεχτούμε
εσείς
θα δεχτείτε
αυτοί
θα δεχτούν

Примеры

Δέχομαι την πρόσκληση για το πάρτι.
Я принимаю приглашение на вечеринку. · I accept the invitation to the party.
Το εστιατόριο δέχεται πελάτες κάθε μέρα.
Ресторан принимает клиентов каждый день. · The restaurant receives customers every day.
Δεχτήκαμε τις συγγνώμες του.
Мы приняли его извинения. · We accepted his apologies.
Θα δεχτούν τη νέα πολιτική;
Они примут новую политику? · Will they accept the new policy?