Греческий словарь
с грамматикой

δέρνω

[ˈðerno]глаголA2

Значения

1
бить, наносить удары
to hit, to strike, to beat · δέρνω κάποιον — бить кого-то
2
бить (в спортивном смысле, побеждать)
to beat, to defeat (in sport) · δέρνω τον αντίπαλό μου — побеждаю противника

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δέρνω
εσύ
δέρνεις
αυτός
δέρνει
εμείς
δέρνουμε
εσείς
δέρνετε
αυτοί
δέρνουν
Аорист
εγώ
έδερσα
εσύ
έδερσες
αυτός
έδερσε
εμείς
έδερσαμε
εσείς
έδερσατε
αυτοί
έδερσαν
Будущее
εγώ
θα δερνώ
εσύ
θα δερνάς
αυτός
θα δερνά
εμείς
θα δερνάμε
εσείς
θα δερνάτε
αυτοί
θα δερνάν

Примеры

Το παιδί δέρνει τη μπάλα με τη ρακέτα.
Ребёнок бьёт мяч ракеткой. · The child hits the ball with a racket.
Η ομάδα μας έδερσε τους αντιπάλους 3–0.
Наша команда разбила противников 3–0. · Our team beat the opponents 3–0.
Θα δερνάμε μαζί αύριο αν θέλεις.
Мы будем тренироваться завтра, если ты хочешь. · We'll train together tomorrow if you want.
Δέρνεται όταν δεν παίζει σωστά.
Его бьют, когда он играет плохо. · He gets beaten when he plays poorly.