Греческий словарь
с грамматикой

δένω

[ˈðeno]глаголA2

Значения

1
связывать, привязывать
to tie, to bind · δένω τα παπούτσια μου — завязываю шнурки
2
заключать (договор, союз)
to conclude, to establish (an agreement, alliance) · δένουν συμφωνία — заключают соглашение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
δένω
εσύ
δένεις
αυτός
δένει
εμείς
δένουμε
εσείς
δένετε
αυτοί
δένουν
Аорист
εγώ
έδεσα
εσύ
έδεσες
αυτός
έδεσε
εμείς
εδέσαμε
εσείς
εδέσατε
αυτοί
έδεσαν
Будущее
εγώ
θα δέσω
εσύ
θα δέσεις
αυτός
θα δέσει
εμείς
θα δέσουμε
εσείς
θα δέσετε
αυτοί
θα δέσουν

Примеры

Έδεσα τα κορδόνια των παπουτσιών μου.
Я завязал шнурки своих туфель. · I tied the laces of my shoes.
Δένει ένα σχοινί γύρω από τη σακούλα.
Он привязывает верёвку вокруг пакета. · He's tying a rope around the bag.
Θα δέσουν συμφωνία με τα άλλα κράτη.
Они заключат соглашение с другими странами. · They will conclude an agreement with other countries.
Το παιδί δένει τα μαλλιά του με μια κορδέλα.
Ребенок завязывает волосы ленточкой. · The child ties her hair with a ribbon.