Греческий словарь
с грамматикой

γυρνάω

[ɣirˈnao]глаголA2

Значения

1
возвращаться, приходить обратно
to return, to come back · γυρνάω σπίτι — возвращаюсь домой
2
поворачивать, разворачивать
to turn, to turn around · γυρνάω δεξιά — поворачиваю направо
3
крутить, вращать
to spin, to rotate · γυρνάω το κλειδί — крутю ключ

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γυρνάω
εσύ
γυρνάς
αυτός
γυρνάει
εμείς
γυρνάμε
εσείς
γυρνάτε
αυτοί
γυρνάνε
Аорист
εγώ
γύρνησα
εσύ
γύρνησες
αυτός
γύρνησε
εμείς
γυρνήσαμε
εσείς
γυρνήσατε
αυτοί
γύρνησαν
Будущее
εγώ
θα γυρνήσω
εσύ
θα γυρνήσεις
αυτός
θα γυρνήσει
εμείς
θα γυρνήσουμε
εσείς
θα γυρνήσετε
αυτοί
θα γυρνήσουν

Примеры

Γυρνάω σπίτι στις πέντε το απόγευμα.
Я возвращаюсь домой в пять часов вечера. · I come back home at five in the afternoon.
Γύρνησε και με κοίταξε με περιέργεια.
Он повернулся и посмотрел на меня с любопытством. · He turned and looked at me with curiosity.
Θα γυρνήσει το τιμόνι αργά και προσεκτικά.
Он будет медленно и осторожно поворачивать руль. · He will turn the steering wheel slowly and carefully.
Γυρνούσε το δακτυλίδι στο δάχτυλό του ανήσυχα.
Она нервно крутила кольцо на пальце. · She nervously spun the ring on her finger.