γυμναστήριο
[ɣimnaˈstírio]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
спортзал, гимнастический зал
gym, gymnasium · πάω στο γυμναστήριο — я иду в спортзал
2
школьный спортзал; гимназия (исторический)
school gymnasium; ancient gymnasium (historical) · το γυμναστήριο της σχολής — школьный спортзал
Грамматика
Ед. ч.
им.
το γυμναστήριο
вин.
το γυμναστήριο
род.
του γυμναστηρίου
зват.
γυμναστήριο
Мн. ч.
им.
τα γυμναστήρια
вин.
τα γυμναστήρια
род.
των γυμναστηρίων
зват.
γυμναστήρια
Примеры
Πηγαίνω στο γυμναστήριο τρεις φορές την εβδομάδα.
Я хожу в спортзал три раза в неделю. · I go to the gym three times a week.
Το γυμναστήριό μας είναι κλειστό σήμερα.
Наш спортзал сегодня закрыт. · Our gym is closed today.
Πόσα γυμναστήρια υπάρχουν στην πόλη;
Сколько спортзалов в городе? · How many gyms are there in the city?