Греческий словарь
с грамматикой

γυμνάζω

[ɣimˈnazo]глаголB1

Значения

1
упражнять, тренировать (физически или умственно)
to exercise, to train (physically or mentally) · γυμνάζω το σώμα μου — я тренирую своё тело
2
развивать, совершенствовать (навык, способность)
to develop, to practise (a skill, ability) · γυμνάζω την αγγλική γλώσσα — я практикую английский язык

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γυμνάζω
εσύ
γυμνάζεις
αυτός
γυμνάζει
εμείς
γυμνάζουμε
εσείς
γυμνάζετε
αυτοί
γυμνάζουν
Аорист
εγώ
γύμνασα
εσύ
γύμνασες
αυτός
γύμνασε
εμείς
γυμνάσαμε
εσείς
γυμνάσατε
αυτοί
γύμνασαν
Будущее
εγώ
θα γυμνάσω
εσύ
θα γυμνάσεις
αυτός
θα γυμνάσει
εμείς
θα γυμνάσουμε
εσείς
θα γυμνάσετε
αυτοί
θα γυμνάσουν

Примеры

Κάθε πρωί γυμνάζω στο γυμναστήριο.
Каждое утро я тренируюсь в спортзале. · Every morning I exercise at the gym.
Πρέπει να γυμνάσουμε τη μνήμη μας.
Нам нужно развивать нашу память. · We need to exercise our memory.
Ο προπονητής γυμνάζει τους αθλητές σκληρά.
Тренер усиленно готовит спортсменов. · The coach trains the athletes hard.
Έχω γυμνάσει το σώμα μου για μήνες.
Я тренировался месяцами. · I have been training for months.