γραφειοκρατία
[ɣrafiokraˈti.a]существительноеη · женский родB2
Значения
1
бюрократия, чрезмерное усложнение административных процедур
bureaucracy, excessive administrative red tape · περιττές διαδικασίες γραφείου — ненужные офисные процедуры
Грамматика
Ед. ч.
им.
η γραφειοκρατία
вин.
την γραφειοκρατία
род.
της γραφειοκρατίας
зват.
γραφειοκρατία
Мн. ч.
им.
οι γραφειοκρατίες
вин.
τις γραφειοκρατίες
род.
των γραφειοκρατιών
зват.
γραφειοκρατίες
Примеры
Η γραφειοκρατία καθυστερεί τα διοικητικά έγγραφα.
Бюрократия замедляет административные документы. · Bureaucracy slows down administrative paperwork.
Πολλοί πολίτες παραπονούνται για την αυξημένη γραφειοκρατία.
Много граждан жалуются на увеличившуюся бюрократию. · Many citizens complain about increased bureaucratic red tape.
Την γραφειοκρατία πρέπει να την απλοποιήσουμε.
Нам нужно упростить бюрократические процедуры. · We need to simplify the bureaucratic procedures.