γραμματική
[ɡramaˈtiki]существительноеη · женский родA2
Значения
1
грамматика (система правил языка)
grammar (system of rules of a language) · κανόνες της γραμματικής — правила грамматики
2
грамматический учебник
grammar book · ένα βιβλίο γραμματικής — учебник грамматики
Грамматика
Ед. ч.
им.
η γραμματική
вин.
τη γραμματική
род.
της γραμματικής
зват.
γραμματική
Мн. ч.
им.
οι γραμματικές
вин.
τις γραμματικές
род.
των γραμματικών
зват.
γραμματικές
Примеры
Η γραμματική είναι δύσκολη για τους αρχάριους.
Грамматика сложна для начинающих. · Grammar is difficult for beginners.
Μελετώ τη γραμματική της ελληνικής γλώσσας.
Я изучаю грамматику греческого языка. · I'm studying the grammar of the Greek language.
Χρειάζεσαι ένα καλό βιβλίο γραμματικής.
Тебе нужен хороший учебник грамматики. · You need a good grammar book.
Οι κανόνες της γραμματικής βοηθούν να κάνεις σωστές προτάσεις.
Правила грамматики помогают составлять правильные предложения. · Grammar rules help you form correct sentences.