Греческий словарь
с грамматикой

γράφω

[ˈɣrafo]глаголA1

Значения

1
писать
write · γράφω ένα γράμμα — я пишу письмо
2
рисовать, чертить
draw, sketch · γράφω ένα σχέδιο — я рисую чертёж
3
записывать
record, register · γράφω τα δεδομένα — я записываю данные

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γράφω
εσύ
γράφεις
αυτός
γράφει
εμείς
γράφουμε
εσείς
γράφετε
αυτοί
γράφουν
Аорист
εγώ
έγραψα
εσύ
έγραψες
αυτός
έγραψε
εμείς
γράψαμε
εσείς
γράψατε
αυτοί
έγραψαν
Будущее
εγώ
θα γράψω
εσύ
θα γράψεις
αυτός
θα γράψει
εμείς
θα γράψουμε
εσείς
θα γράψετε
αυτοί
θα γράψουν

Примеры

Γράφω ένα email στον φίλο μου.
Я пишу письмо своему другу. · I'm writing an email to my friend.
Χθες έγραψα τη δική μου ιστορία.
Вчера я написал свою историю. · Yesterday I wrote my own story.
Θα γράψουν το τεστ αύριο.
Они напишут тест завтра. · They will write the test tomorrow.
Ο δάσκαλος γράφει στον πίνακα.
Учитель пишет на доске. · The teacher is writing on the board.