γράφος
[ˈɣrafos]существительноеο · мужской родC1
Значения
1
граф (титул, дворянский ранг)
count (title of nobility) · ευγενής τίτλος — аристократический титул
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο γράφος
вин.
τον γράφο
род.
του γράφου
зват.
γράφε
Мн. ч.
им.
οι γράφοι
вин.
τους γράφους
род.
των γράφων
зват.
γράφοι
Примеры
Ο γράφος κατοικούσε σε μεγάλο κάστρο.
Граф жил в большом замке. · The count lived in a great castle.
Η γραφίδα του γράφου ήταν πολύτιμη.
Графиня (супруга графа) была богатой. · The count's wife was wealthy.
Απευθύνονταν στον γράφο με σεβασμό.
К графу обращались с уважением. · They addressed the count with respect.