Греческий словарь
с грамматикой

γουστάρω

[ɡusˈtaro]глаголA2

Значения

1
нравиться, быть привлекательным (о человеке)
to fancy, to find someone attractive · Μου γουστάρει αυτός ο τύπος — Мне нравится этот парень
2
нравиться, нравиться кому-то (о вещи, идее)
to like, to appeal to · Δεν μου γουστάρει το φαγητό — Мне не нравится эта еда

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γουστάρω
εσύ
γουστάρεις
αυτός
γουστάρει
εμείς
γουστάρουμε
εσείς
γουστάρετε
αυτοί
γουστάρουν
Аорист
εγώ
γούσταρα
εσύ
γούσταρες
αυτός
γούσταρε
εμείς
γουστάραμε
εσείς
γουστάρατε
αυτοί
γούσταραν
Будущее
εγώ
θα γουστάρω
εσύ
θα γουστάρεις
αυτός
θα γουστάρει
εμείς
θα γουστάρουμε
εσείς
θα γουστάρετε
αυτοί
θα γουστάρουν

Примеры

Μου γουστάρει πολύ αυτό το κορίτσι.
Мне очень нравится эта девочка. · I really like this girl.
Του γουστάρουν τα ελληνικά σινεμά.
Ему нравятся греческие фильмы. · He likes Greek cinema.
Δεν γούσταρα αυτό το εστιατόριο χθες.
Мне не понравился вчера этот ресторан. · I didn't like that restaurant yesterday.
Θα γουστάρει την παράσταση αν πάει.
Ему понравится спектакль, если он пойдёт. · He will enjoy the show if he goes.