Греческий словарь
с грамматикой

γουργουρίζω

[ɣurɣuˈrizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
урчать, издавать булькающие звуки (о животе, воде)
to gurgle, to make a bubbling sound · το στομάχι γουργουρίζει — желудок урчит
2
булькать, журчать (о воде)
to burble, to murmur (of water) · το νερό γουργουρίζει — вода журчит

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γουργουρίζω
εσύ
γουργουρίζεις
αυτός
γουργουρίζει
εμείς
γουργουρίζουμε
εσείς
γουργουρίζετε
αυτοί
γουργουρίζουν
Аорист
εγώ
γουργούρισα
εσύ
γουργούρισες
αυτός
γουργούρισε
εμείς
γουργουρίσαμε
εσείς
γουργουρίσατε
αυτοί
γουργούρισαν
Будущее
εγώ
θα γουργουρίσω
εσύ
θα γουργουρίσεις
αυτός
θα γουργουρίσει
εμείς
θα γουργουρίσουμε
εσείς
θα γουργουρίσετε
αυτοί
θα γουργουρίσουν

Примеры

Το στομάχι της γουργούρισε δυνατά κατά τη διάλεξη.
Её желудок громко урчал во время лекции. · Her stomach gurgled loudly during the lecture.
Το νερό γουργουρίζει χαλαρά ανάμεσα στα βράχια.
Вода мягко журчит между камнями. · The water burbles gently between the rocks.
Όταν ο σωλήνας είχε πρόβλημα, το νερό γουργουρίζαν παράξενα.
Когда труба была повреждена, вода издавала странные булькающие звуки. · When the pipe was damaged, the water was making strange gurgling sounds.
Ακόμα και τώρα που μιλάμε, το στομάχι του γουργουρίζει.
Даже сейчас, когда мы говорим, его желудок урчит. · Even now as we speak, his stomach is gurgling.