γονιμότητα
[ɡoniˈmotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
плодородие, плодовитость (почвы, земли)
fertility (of soil, land) · η γονιμότητα του εδάφους — плодородие почвы
2
фертильность, способность к размножению (людей, животных)
fertility, reproductive capacity (of people, animals) · η γονιμότητα των γυναικών — фертильность женщин
Грамматика
Ед. ч.
им.
η γονιμότητα
вин.
την γονιμότητα
род.
της γονιμότητας
зват.
γονιμότητα
Мн. ч.
им.
οι γονιμότητες
вин.
τις γονιμότητες
род.
των γονιμοτήτων
зват.
γονιμότητες
Примеры
Η γονιμότητα του εδάφους είναι πολύ σημαντική για τη γεωργία.
Плодородие почвы очень важно для сельского хозяйства. · The fertility of the soil is very important for agriculture.
Οι γιατροί μελετούν τους παράγοντες που επηρεάζουν την γονιμότητα.
Врачи изучают факторы, влияющие на фертильность. · Doctors study the factors that affect fertility.
Η γονιμότητα του εδάφους αυξήθηκε μετά την προσθήκη λιπάσματος.
Плодородие почвы увеличилось после добавления удобрения. · The soil's fertility increased after the application of fertilizer.