Греческий словарь
с грамматикой

γονιμοποιώ

[ɣonimoˈpjo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1

Значения

1
оплодотворять, делать плодородным
to fertilize, to make fertile · γονιμοποιώ το χώμα — оплодотворяю почву
2
оплодотворять (биологически)
to fertilize (biologically, reproduction) · το σπέρμα γονιμοποιεί το ωάριο — сперматозоид оплодотворяет яйцеклетку

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γονιμοποιώ
εσύ
γονιμοποιείς
αυτός
γονιμοποιεί
εμείς
γονιμοποιούμε
εσείς
γονιμοποιείτε
αυτοί
γονιμοποιούν
Аорист
εγώ
γονιμοποίησα
εσύ
γονιμοποίησες
αυτός
γονιμοποίησε
εμείς
γονιμοποιήσαμε
εσείς
γονιμοποιήσατε
αυτοί
γονιμοποίησαν
Будущее
εγώ
θα γονιμοποιήσω
εσύ
θα γονιμοποιήσεις
αυτός
θα γονιμοποιήσει
εμείς
θα γονιμοποιήσουμε
εσείς
θα γονιμοποιήσετε
αυτοί
θα γονιμοποιήσουν

Примеры

Χρησιμοποιούν λίπασμα για να γονιμοποιήσουν τα χωράφια.
Они используют удобрение, чтобы оплодотворить поля. · They use fertilizer to fertilize the fields.
Η γύρη γονιμοποιεί το στάμνο του λουλουδιού.
Пыльца оплодотворяет пестик цветка. · Pollen fertilizes the pistil of the flower.
Ο γεωργός γονιμοποιούσε το έδαφος κάθε εποχή.
Фермер оплодотворял почву каждый сезон. · The farmer fertilized the soil every season.