Греческий словарь
с грамматикой

γονατίζω

[ɣonaˈtizo]глаголB1

Значения

1
становиться на колени, клониться на колени
to kneel, to go down on one's knees · γονατίζω στο πάτωμα — становлюсь на колени на полу
2
упрашивать, умолять (переносное значение)
to beseech, to implore (figurative) · γονατίζω για βοήθεια — упрашиваю о помощи

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γονατίζω
εσύ
γονατίζεις
αυτός
γονατίζει
εμείς
γονατίζουμε
εσείς
γονατίζετε
αυτοί
γονατίζουν
Аорист
εγώ
γονάτισα
εσύ
γονάτισες
αυτός
γονάτισε
εμείς
γονατίσαμε
εσείς
γονατίσατε
αυτοί
γονάτισαν
Будущее
εγώ
θα γονατίσω
εσύ
θα γονατίσεις
αυτός
θα γονατίσει
εμείς
θα γονατίσουμε
εσείς
θα γονατίσετε
αυτοί
θα γονατίσουν

Примеры

Γονάτισε μπροστά στο άγαλμα του Χριστού.
Он встал на колени перед статуей Христа. · He knelt before the statue of Christ.
Οι πρόσφυγες γονατίζουν ζητώντας καταφύγιο.
Беженцы умоляют о предоставлении убежища. · The refugees are beseeching for asylum.
Στην εκκλησία, οι πιστοί γονατίζουν κατά τη διάρκεια της λειτουργίας.
В церкви верующие встают на колени во время богослужения. · In the church, believers kneel during the service.
Δεν θα γονατίσω ποτέ για να μας ζητήσει συγγνώμη.
Я никогда не буду умолять его просить прощения. · I will never beg him to apologize to us.