γοητεύω
[ɣoiˈtevo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
очаровывать, пленять, восхищать
to enchant, to captivate, to charm · γοητεύω κάποιον με την ομορφιά — очаровывать кого-то красотой
2
обольщать, вводить в заблуждение
to seduce, to mislead, to beguile · γοητεύω με ψέματα — обольщать ложью
Грамматика
Настоящее время
εγώ
γοητεύω
εσύ
γοητεύεις
αυτός
γοητεύει
εμείς
γοητεύουμε
εσείς
γοητεύετε
αυτοί
γοητεύουν
Аорист
εγώ
γοήτευσα
εσύ
γοήτευσες
αυτός
γοήτευσε
εμείς
γοητεύσαμε
εσείς
γοητεύσατε
αυτοί
γοήτευσαν
Будущее
εγώ
θα γοητεύσω
εσύ
θα γοητεύσεις
αυτός
θα γοητεύσει
εμείς
θα γοητεύσουμε
εσείς
θα γοητεύσετε
αυτοί
θα γοητεύσουν
Примеры
Η μουσική γοητεύει το κοινό κάθε βράδυ.
Музыка пленяет публику каждый вечер. · The music enchants the audience every night.
Γοητεύτηκαν από τα όμορφα τοπία της χώρας.
Они были очарованы красивыми пейзажами страны. · They were captivated by the beautiful landscapes of the country.
Δεν θα με γοητεύσει με τα ψέματά του.
Он не обольстит меня своей ложью. · He won't beguile me with his lies.
Η ηθοποιός γοητεύει τους θεατές με το ταλέντο της.
Актриса восхищает зрителей своим талантом. · The actress charms the spectators with her talent.