γνώρισμα
[ˈɣnorisma]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
признак, отличительная черта
distinguishing feature, characteristic mark · γνωρίσματα ενός ατόμου — приметы человека
2
признак, симптом (болезни)
symptom, sign (of illness) · γνωρίσματα της γρίπης — симптомы гриппа
3
опознавательный знак
identifying mark, badge · γνώρισμα αναγνώρισης — опознавательный знак
Грамматика
Ед. ч.
им.
το γνώρισμα
вин.
το γνώρισμα
род.
του γνωρίσματος
зват.
γνώρισμα
Мн. ч.
им.
τα γνωρίσματα
вин.
τα γνωρίσματα
род.
των γνωρισμάτων
зват.
γνωρίσματα
Примеры
Ένα κύριο γνώρισμα της γλώσσας είναι η ευελιξία της.
Главной характеристикой языка является его гибкость. · A chief characteristic of the language is its flexibility.
Τα γνωρίσματα της ασθένειας εμφανίστηκαν χθες.
Симптомы болезни проявились вчера. · The symptoms of the illness appeared yesterday.
Μπορείς να περιγράψεις τα φυσικά γνωρίσματα του δράστη;
Можешь описать физические приметы преступника? · Can you describe the physical characteristics of the suspect?