Греческий словарь
с грамматикой

γνωρίζω

[ɣnoˈrizo]глаголA2

Значения

1
знакомить, представлять
to introduce, to make known · γνωρίζω τον φίλο μου — познакомить моего друга
2
узнавать, распознавать
to recognize, to know · γνωρίζω το πρόσωπο — узнаю лицо
3
сообщать, информировать
to inform, to notify · γνωρίζω την απόφαση — сообщаю решение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γνωρίζω
εσύ
γνωρίζεις
αυτός
γνωρίζει
εμείς
γνωρίζουμε
εσείς
γνωρίζετε
αυτοί
γνωρίζουν
Аорист
εγώ
γνώρισα
εσύ
γνώρισες
αυτός
γνώρισε
εμείς
γνωρίσαμε
εσείς
γνωρίσατε
αυτοί
γνώρισαν
Будущее
εγώ
θα γνωρίσω
εσύ
θα γνωρίσεις
αυτός
θα γνωρίσει
εμείς
θα γνωρίσουμε
εσείς
θα γνωρίσετε
αυτοί
θα γνωρίσουν

Примеры

Θέλω να σε γνωρίσω στον αδερφό μου.
Я хочу познакомить тебя со своим братом. · I want to introduce you to my brother.
Δεν γνωρίζω αυτό το πρόσωπο.
Я не узнаю это лицо. · I don't recognize this person.
Θα σας γνωρίσουμε τα αποτελέσματα αύριο.
Мы сообщим вам результаты завтра. · We will inform you of the results tomorrow.
Γνώρισα πολλούς ανθρώπους στο πάρτι.
Я познакомился со многими людьми на вечеринке. · I met many people at the party.