Греческий словарь
с грамматикой

γνωρίζομαι

[ɡnoˈrizome]глаголA2

Значения

1
познакомиться, встретиться с кем-то впервые
to meet someone, to get to know someone for the first time · γνωρίζομαι με ένα άτομο — познакомиться с человеком
2
становиться известным, узнаваться
to become known, to be recognized · γνωρίζομαι ως καλλιτέχνης — становиться известным как художник

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γνωρίζομαι
εσύ
γνωρίζεσαι
αυτός
γνωρίζεται
εμείς
γνωριζόμαστε
εσείς
γνωρίζεστε
αυτοί
γνωρίζονται
Аорист
εγώ
γνωρίστηκα
εσύ
γνωρίστηκες
αυτός
γνωρίστηκε
εμείς
γνωριστήκαμε
εσείς
γνωριστήκατε
αυτοί
γνωρίστηκαν
Будущее
εγώ
θα γνωριστώ
εσύ
θα γνωριστείς
αυτός
θα γνωριστεί
εμείς
θα γνωριστούμε
εσείς
θα γνωριστείτε
αυτοί
θα γνωριστούν

Примеры

Γνωρίστηκα με τον Γιάννη στο πάρτι χθες.
Вчера я познакомился с Яннисом на вечеринке. · I met Yannis at the party yesterday.
Πώς γνωρίζεστε οι δύο σας;
Как вы друг друга знаете? · How do you two know each other?
Θέλω να γνωριστώ καλύτερα με τους συναδέλφους μου.
Я хочу лучше познакомиться со своими коллегами. · I want to get to know my colleagues better.
Ο σκηνοθέτης γνωρίστηκε διεθνώς με αυτό το φιλμ.
Этот режиссёр получил международное признание благодаря этому фильму. · The director became internationally recognized because of this film.