Греческий словарь
с грамматикой

γλυτώνω

[ɣliˈtono]глаголA2

Значения

1
спасаться, избегать (опасности, наказания и т.д.)
to escape, to get away (from danger, punishment, etc.) · γλιτώνω από την αστυνομία — избежать полиции
2
уходить, избегать (встречи, разговора и т.д.)
to avoid, to dodge (a meeting, conversation, etc.) · γλιτώνω την ευθύνη — избежать ответственности

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γλυτώνω
εσύ
γλυτώνεις
αυτός
γλυτώνει
εμείς
γλυτώνουμε
εσείς
γλυτώνετε
αυτοί
γλυτώνουν
Аорист
εγώ
γλίτωσα
εσύ
γλίτωσες
αυτός
γλίτωσε
εμείς
γλιτώσαμε
εσείς
γλιτώσατε
αυτοί
γλίτωσαν
Будущее
εγώ
θα γλιτώσω
εσύ
θα γλιτώσεις
αυτός
θα γλιτώσει
εμείς
θα γλιτώσουμε
εσείς
θα γλιτώσετε
αυτοί
θα γλιτώσουν

Примеры

Γλίτωσε από το ατύχημα με λίγα χτυπήματα.
Он спасся от аварии с лёгкими ушибами. · He escaped the accident with only minor bruises.
Δεν θα γλιτώσει τόσο εύκολα αυτή τη φορά.
На этот раз он не сможет так легко избежать наказания. · He won't get away with it so easily this time.
Πώς γλυτώνεις πάντα τις δύσκολες συζητήσεις;
Как ты всегда избегаешь сложных разговоров? · How do you always dodge difficult conversations?
Γλιτώστε από τη σκόνη αν μπορείτε.
Избегайте пыли, если можете. · Avoid the dust if you can.