Греческий словарь
с грамматикой

γλιτώνω

[ɣliˈtono]глаголB1

Значения

1
спасаться, избегать (опасности, наказания)
to escape, to avoid (danger, punishment) · γλιτώνω από κίνδυνο — спасаться от опасности
2
отделываться (от чего-либо неприятного)
to get away with, to get off (without punishment) · γλιτώνω με ένα πρόστιμο — отделаться штрафом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γλιτώνω
εσύ
γλιτώνεις
αυτός
γλιτώνει
εμείς
γλιτώνουμε
εσείς
γλιτώνετε
αυτοί
γλιτώνουν
Аорист
εγώ
γλίτωσα
εσύ
γλίτωσες
αυτός
γλίτωσε
εμείς
γλιτώσαμε
εσείς
γλιτώσατε
αυτοί
γλίτωσαν
Будущее
εγώ
θα γλιτώσω
εσύ
θα γλιτώσεις
αυτός
θα γλιτώσει
εμείς
θα γλιτώσουμε
εσείς
θα γλιτώσετε
αυτοί
θα γλιτώσουν

Примеры

Μόλις γλίτωσα από ένα σοβαρό ατύχημα.
Едва не попал в серьёзную аварию. · I barely escaped a serious accident.
Δεν θα γλιτώσεις τόσο εύκολα αυτή τη φορά.
На этот раз ты так просто не отделаешься. · You won't get away with it so easily this time.
Ο κατηγορούμενος γλίτωσε με την πληρωμή αποζημίωσης.
Обвиняемый отделался выплатой компенсации. · The defendant got off by paying compensation.
Γλιτώνουν συχνά από τις τιμωρίες εξαιτίας σχέσεων.
Часто спасаются от наказания благодаря связям. · They often escape punishment because of connections.