Греческий словарь
с грамматикой

γλιστρώ

[ɡliˈstro]глаголA2

Значения

1
скользить, проскальзывать
to slip, to slide · γλιστρώ στον πάγο — скользить по льду
2
ускользать, убегать
to escape, to slip away · γλιστρώ από τα χέρια — выскользнуть из рук

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γλιστρώ
εσύ
γλιστράς
αυτός
γλιστράει
εμείς
γλιστράμε
εσείς
γλιστράτε
αυτοί
γλιστράνε
Аорист
εγώ
γλίστρησα
εσύ
γλίστρησες
αυτός
γλίστρησε
εμείς
γλιστρήσαμε
εσείς
γλιστρήσατε
αυτοί
γλίστρησαν
Будущее
εγώ
θα γλιστρήσω
εσύ
θα γλιστρήσεις
αυτός
θα γλιστρήσει
εμείς
θα γλιστρήσουμε
εσείς
θα γλιστρήσετε
αυτοί
θα γλιστρήσουν

Примеры

Πρόσεχε, γλιστράς εδώ!
Осторожно, здесь скользко! · Watch out, it's slippery here!
Το παιδί γλίστρησε στον πάγο.
Ребёнок поскользнулся на льду. · The child slipped on the ice.
Η λέξη γλιστρά συνέχεια από το μυαλό μου.
Это слово постоянно ускользает из моей памяти. · That word keeps slipping my mind.
Δεν θα γλιστρήσει από τα χέρια μας.
Он не выскользнет из наших рук. · It won't escape from us.