Греческий словарь
с грамматикой

γλιστράω

[ɡliˈstɾao]глаголA2

Значения

1
скользить, скользиться
to slip, to slide · γλιστράω στον πάγο — скользю по льду
2
протискиваться, проскальзывать (мимо чего-л.)
to slip through, to sneak past · γλιστράω από τη σκιά — проскальзываю из тени

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γλιστράω
εσύ
γλιστράς
αυτός
γλιστράει
εμείς
γλιστράμε
εσείς
γλιστράτε
αυτοί
γλιστράνε
Аорист
εγώ
γλίστρησα
εσύ
γλίστρησες
αυτός
γλίστρησε
εμείς
γλιστρήσαμε
εσείς
γλιστρήσατε
αυτοί
γλίστρησαν
Будущее
εγώ
θα γλιστρήσω
εσύ
θα γλιστρήσεις
αυτός
θα γλιστρήσει
εμείς
θα γλιστρήσουμε
εσείς
θα γλιστρήσετε
αυτοί
θα γλιστρήσουν

Примеры

Το παιδί γλίστρησε στον πάγο και έπεσε.
Ребёнок поскользнулся на льду и упал. · The child slipped on the ice and fell.
Γλιστράω προσεκτικά στο δρόμο επειδή είναι ολισθηρό.
Я осторожно скользю по дороге, потому что она скользкая. · I'm carefully sliding along the road because it's slippery.
Η γάτα γλίστρησε μέσα από τα χέρια μας και δραπέτευσε.
Кошка проскользнула сквозь наши руки и убежала. · The cat slipped through our hands and got away.
Θα γλιστρήσεις αν δεν φοράς κατάλληλα παπούτσια.
Ты поскользнёшься, если не наденешь подходящую обувь. · You'll slip if you don't wear proper shoes.