Греческий словарь
с грамматикой

γκρινιάζω

[ɡriˈɲazo]глаголB1

Значения

1
ворчать, жаловаться, ныть
to grumble, complain, whine · γκρινιάζει για τα πάντα — ворчит по поводу всего

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γκρινιάζω
εσύ
γκρινιάζεις
αυτός
γκρινιάζει
εμείς
γκρινιάζουμε
εσείς
γκρινιάζετε
αυτοί
γκρινιάζουν
Аорист
εγώ
γκρίνιασα
εσύ
γκρίνιασες
αυτός
γκρίνιασε
εμείς
γκρινιάσαμε
εσείς
γκρινιάσατε
αυτοί
γκρίνιασαν
Будущее
εγώ
θα γκρινιάσω
εσύ
θα γκρινιάσεις
αυτός
θα γκρινιάσει
εμείς
θα γκρινιάσουμε
εσείς
θα γκρινιάσετε
αυτοί
θα γκρινιάσουν

Примеры

Ο Γιάννης γκρινιάζει για το καιρό κάθε μέρα.
Яннис ворчит о погоде каждый день. · Yannis grumbles about the weather every day.
Γιατί γκρινιάζεις συνέχεια;
Почему ты всё время ноешь? · Why are you always complaining?
Έγκρινιασε για το φαγητό του εστιατορίου.
Он пожаловался на еду в ресторане. · He complained about the food at the restaurant.
Δεν θα γκρινιάσω πια για τα προβλήματά μας.
Я больше не буду жаловаться на наши проблемы. · I won't complain anymore about our problems.