Греческий словарь
с грамматикой

γκράφιτι

[ˈɡrafit̪i]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
граффити, надпись на стене
graffiti, writing or drawing on a wall · γκράφιτι στον τοίχο — граффити на стене

Грамматика

Ед. ч.
им.
το γκράφιτι
вин.
το γκράφιτι
род.
του γκράφιτι
зват.
γκράφιτι
Мн. ч.
им.
τα γκράφιτι
вин.
τα γκράφιτι
род.
των γκράφιτι
зват.
γκράφιτι

Примеры

Υπάρχουν πολλά γκράφιτι στους τοίχους της πόλης.
На стенах города много граффити. · There is a lot of graffiti on the city walls.
Το γκράφιτι αυτό είναι έργο ενός διάσημου καλλιτέχνη.
Это граффити — работа известного художника. · This graffiti is the work of a famous artist.
Κάποιος έκανε γκράφιτι στην πόρτα του σχολείου.
Кто-то нарисовал граффити на двери школы. · Someone sprayed graffiti on the school door.