γκονγκ
[ɡonŋɡ]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
гонг (музыкальный инструмент)
gong (percussion instrument) · ένα μουσικό όργανο — музыкальный инструмент
Грамматика
Ед. ч.
им.
το γκονγκ
вин.
το γκονγκ
род.
του γκονγκ
зват.
γκονγκ
Мн. ч.
им.
τα γκονγκ
вин.
τα γκονγκ
род.
των γκονγκ
зват.
γκονγκ
Примеры
Το γκονγκ χτυπά στην αρχή της συναυλίας.
Гонг звучит в начале концерта. · The gong sounds at the beginning of the concert.
Άκουσα το δυνατό χτύπημα του γκονγκ.
Я услышал громкий звук гонга. · I heard the loud strike of the gong.
Στο ασιατικό εστιατόριο υπάρχει ένα παλιό γκονγκ.
В азиатском ресторане есть старый гонг. · There is an old gong in the Asian restaurant.