γκαράζ
[ɡaˈraz]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
гараж (помещение для парковки автомобиля)
garage (a building for parking a car) · παρκάρω το αυτοκίνητο στο γκαράζ — припаркую машину в гараже
2
гараж (мастерская по ремонту автомобилей)
garage (a repair shop for cars) · πηγαίνω το αυτοκίνητο στο γκαράζ — везу машину в гараж на ремонт
Грамматика
Ед. ч.
им.
το γκαράζ
вин.
το γκαράζ
род.
του γκαράζ
зват.
γκαράζ
Мн. ч.
им.
τα γκαράζ
вин.
τα γκαράζ
род.
των γκαράζ
зват.
γκαράζ
Примеры
Το αυτοκίνητό μου είναι στο γκαράζ.
Моя машина в гараже. · My car is in the garage.
Θέλω να σταθμεύσω το αυτοκίνητό μου στο γκαράζ.
Я хочу припаркировать машину в гараже. · I want to park my car in the garage.
Πήγα στο γκαράζ για να επισκευάσω το αυτοκίνητό μου.
Я пошел в гараж чинить машину. · I went to the garage to repair my car.