γκάρι
[ˈɡari]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
гараж
garage · το αυτοκίνητο στο γκάρι — машина в гараже
Примеры
Το αυτοκίνητό μας είναι στο γκάρι.
Наша машина стоит в гараже. · Our car is in the garage.
Πάρκαρε το μοτοσικλέτα στο γκάρι.
Он припарковал мотоцикл в гараже. · He parked the motorcycle in the garage.
Έχουν ένα μεγάλο γκάρι για δύο αυτοκίνητα.
У них большой гараж на две машины. · They have a large garage for two cars.