γιος
[ˈʝos]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
сын
son · ο γιος μου — мой сын
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο γιος
вин.
τον γιο
род.
του γιου
зват.
γιε
Мн. ч.
им.
οι γιοι
вин.
τους γιους
род.
των γιων
зват.
γιοι
Примеры
Ο γιος μας σπουδάζει στην Αθήνα.
Наш сын учится в Афинах. · Our son studies in Athens.
Πόσων χρονών είναι ο γιός σου;
Сколько лет твоему сыну? · How old is your son?
Τον γιο του τον αγαπούν πολύ.
Его сына очень любят. · They love his son very much.
Γιε, έλα εδώ!
Сынок, иди сюда! · Son, come here!