Греческий словарь
с грамматикой

γιγγλίζω

[ʝiˈŋɡlizo]глаголгруппа А (безударное -ω)B2

Значения

1
хихикать, тихо смеяться
to giggle, to chuckle · γιγγλίζει ανήσυχα — нервно хихикает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γιγγλίζω
εσύ
γιγγλίζεις
αυτός
γιγγλίζει
εμείς
γιγγλίζουμε
εσείς
γιγγλίζετε
αυτοί
γιγγλίζουν
Аорист
εγώ
γιγγλίσα
εσύ
γιγγλίσες
αυτός
γιγγλίσε
εμείς
γιγγλίσαμε
εσείς
γιγγλίσατε
αυτοί
γιγγλίσαν
Будущее
εγώ
θα γιγγλίσω
εσύ
θα γιγγλίσεις
αυτός
θα γιγγλίσει
εμείς
θα γιγγλίσουμε
εσείς
θα γιγγλίσετε
αυτοί
θα γιγγλίσουν

Примеры

Τα παιδιά γιγγλίζαν όταν είδαν το κλόουν.
Дети хихикали, когда увидели клоуна. · The children giggled when they saw the clown.
Δεν πρέπει να γιγγλίζεις στη διάρκεια της συνέντευξης.
Не следует хихикать во время интервью. · You shouldn't giggle during the interview.
Γιγγλίσαν και οι δύο όταν άκουσαν το αστείο.
Оба хихикнули, когда услышали шутку. · Both of them giggled when they heard the joke.