γιγαντιαίος
[ɟiɟanˈdʒɛ.ɔs]прилагательноеB1
Значения
1
гигантский, огромный
gigantic, enormous, of giant size · γιγαντιαίο δέντρο — гигантское дерево
2
исполинский, грандиозный (о достижении, усилиях)
titanic, monumental (of achievement, effort) · γιγαντιαία προσπάθεια — исполинское усилие
Грамматика
мужской род
им.
γιγαντιαίος
вин.
γιγαντιαίο
род.
γιγαντιαίου
зват.
γιγαντιαίε
женский род
им.
γιγαντιαία
вин.
γιγαντιαία
род.
γιγαντιαίας
зват.
γιγαντιαία
средний род
им.
γιγαντιαίο
вин.
γιγαντιαίο
род.
γιγαντιαίου
зват.
γιγαντιαίο
Примеры
Το γιγαντιαίο άγαλμα βρίσκεται στο κέντρο της πλατείας.
Гигантская статуя находится в центре площади. · The gigantic statue stands in the center of the square.
Έκανε γιγαντιαία βήματα προς το στόχο του.
Он делал огромные шаги к своей цели. · He took giant strides toward his goal.
Οι γιγαντιαίες δυνάμεις του ήταν αξιοσημείωτες.
Его исполинские силы были примечательны. · His titanic powers were remarkable.
Η γιγαντιαία κατασκευή διαρκούσε χρόνια.
Грандиозное строительство длилось годы. · The monumental construction took years.