Греческий словарь
с грамматикой

γιατρεύω

[ʝaˈtrevo]глаголA2

Значения

1
лечить, врачевать
to treat, to cure, to heal · γιατρεύω τον ασθενή — лечу больного
2
исцелять (болезнь)
to cure (a disease) · γιατρεύω το νόσημα — исцеляю болезнь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γιατρεύω
εσύ
γιατρεύεις
αυτός
γιατρεύει
εμείς
γιατρεύουμε
εσείς
γιατρεύετε
αυτοί
γιατρεύουν
Аорист
εγώ
γιάτρεψα
εσύ
γιάτρεψες
αυτός
γιάτρεψε
εμείς
γιατρέψαμε
εσείς
γιατρέψατε
αυτοί
γιάτρεψαν
Будущее
εγώ
θα γιατρέψω
εσύ
θα γιατρέψεις
αυτός
θα γιατρέψει
εμείς
θα γιατρέψουμε
εσείς
θα γιατρέψετε
αυτοί
θα γιατρέψουν

Примеры

Ο γιατρός γιατρεύει τον ασθενή με φάρμακα.
Врач лечит пациента лекарствами. · The doctor treats the patient with medicine.
Θα γιατρέψουν τη νόσο με αυτό το νέο φάρμακο.
Они будут лечить эту болезнь этим новым препаратом. · They will cure the disease with this new drug.
Ο ήλιος και η θάλασσα γιάτρεψαν το κακό του.
Солнце и море исцелили его беду. · The sun and the sea cured him of his troubles.