γιαούρτι
[ʝaˈurti]существительноеτο · средний родA1
Значения
1
йогурт
yogurt · γιαούρτι με μέλι — йогурт с мёдом
Грамматика
Ед. ч.
им.
το γιαούρτι
вин.
το γιαούρτι
род.
του γιαουρτιού
зват.
γιαούρτι
Мн. ч.
им.
τα γιαούρτια
вин.
τα γιαούρτια
род.
των γιαουρτιών
зват.
γιαούρτια
Примеры
Το πρωί τρώω γιαούρτι με μήλο.
Утром я ем йогурт с яблоком. · In the morning I eat yogurt with apple.
Αγόρασα τρία γιαούρτια από το σουπερμάρκετ.
Я купил три йогурта в супермаркете. · I bought three yogurts from the supermarket.
Του αρέσει το γιαούρτι με μέλι.
Ему нравится йогурт с мёдом. · He likes yogurt with honey.