γηράσκω
[ʝiˈrasko]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
стареть, становиться старым
to grow old, to age · ο άνθρωπος γηράσκει — человек стареет
2
изнашиваться, приходить в упадок (о вещах, учреждениях)
to decay, to deteriorate, to fall into disrepair · το κτίριο γηράσκει — здание приходит в упадок
Грамматика
Настоящее время
εγώ
γηράσκω
εσύ
γηράσκεις
αυτός
γηράσκει
εμείς
γηράσκουμε
εσείς
γηράσκετε
αυτοί
γηράσκουν
Аорист
εγώ
γήρασα
εσύ
γήρασες
αυτός
γήρασε
εμείς
γηράσαμε
εσείς
γηράσατε
αυτοί
γήρασαν
Будущее
εγώ
θα γηράσω
εσύ
θα γηράσεις
αυτός
θα γηράσει
εμείς
θα γηράσουμε
εσείς
θα γηράσετε
αυτοί
θα γηράσουν
Примеры
Όλοι γηράσκουμε με το πέρασμα του χρόνου.
Мы все стареем с течением времени. · We all grow old with the passage of time.
Το παλιό κάστρο γηράσκει και χρειάζεται επισκευή.
Старый замок приходит в упадок и нуждается в ремонте. · The old castle is deteriorating and needs repair.
Γήρασε νωρίς λόγω των δύσκολων συνθηκών ζωής.
Он состарился рано из-за трудных условий жизни. · He aged prematurely due to harsh living conditions.
Ενώ γηράσκει, διατηρεί ακόμη τη σοφία του.
По мере того как он стареет, он всё ещё сохраняет свою мудрость. · As he ages, he still retains his wisdom.