Греческий словарь
с грамматикой

γεύω

[ˈɣevο]глаголB1

Значения

1
пробовать (еду или напиток)
to taste (food or drink) · γεύω το κρασί — пробую вино
2
иметь вкус, отведать
to have a taste of, to sample · γεύω νέες γεύσεις — отведываю новые вкусы
3
испытать, познать (переносное значение)
to experience, to taste (figuratively) · γεύω τη νίκη — вкушаю победу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γεύω
εσύ
γεύεις
αυτός
γεύει
εμείς
γεύουμε
εσείς
γεύετε
αυτοί
γεύουν
Аорист
εγώ
γεύσα
εσύ
γεύσες
αυτός
γεύσε
εμείς
γεύσαμε
εσείς
γεύσατε
αυτοί
γεύσαν
Будущее
εγώ
θα γεύσω
εσύ
θα γεύσεις
αυτός
θα γεύσει
εμείς
θα γεύσουμε
εσείς
θα γεύσετε
αυτοί
θα γεύσουν

Примеры

Γεύτηκε το νέο κρασί που κρατούσε.
Она попробовала новое вино, которое держала. · She tasted the new wine she was holding.
Θέλω να γεύσω αυτό το ελληνικό φαγητό.
Я хочу попробовать это греческое блюдо. · I want to taste this Greek dish.
Πότε θα γεύσετε την επιτυχία σας;
Когда вы испытаете свой успех? · When will you experience your success?
Όταν γεύεται κάτι καινούργιο, είναι πάντα ενδιαφέρον.
Когда пробуешь что-то новое, это всегда интересно. · When you taste something new, it's always interesting.