γεύση
[ˈɣefsi]существительноеη · женский родA1
Значения
1
вкус (ощущение)
taste (sensation) · ο γλυκός γεύση — сладкий вкус
2
вкус (предпочтение, стиль)
taste (preference, style) · καλή γεύση — хороший вкус
Грамматика
Ед. ч.
им.
η γεύση
вин.
τη γεύση
род.
της γεύσης
зват.
γεύση
Мн. ч.
им.
οι γεύσεις
вин.
τις γεύσεις
род.
των γεύσεων
зват.
γεύσεις
Примеры
Του αρέσει πολύ η γεύση της σοκολάτας.
Ему очень нравится вкус шоколада. · He really likes the taste of chocolate.
Αυτή η γεύση είναι πολύ δυνατή.
Этот вкус очень интенсивный. · This taste is very strong.
Έχει άριστη γεύση στη μόδα.
Он отличный вкус в моде. · She has excellent taste in fashion.
Οι γεύσεις του φαγητού ήταν εκπληκτικές.
Вкусы блюда были потрясающими. · The flavors of the dish were amazing.