γεωργώ
[ʝeoˈrɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1
Значения
1
заниматься земледелием, возделывать землю
to farm, to till the soil, to cultivate land · γεωργώ τη γη — возделываю землю
2
работать на ферме, быть фермером
to work as a farmer, to engage in agriculture · γεωργώ για τη ζωή μου — земледелие — мой способ заработка
Грамматика
Настоящее время
εγώ
γεωργώ
εσύ
γεωργείς
αυτός
γεωργεί
εμείς
γεωργούμε
εσείς
γεωργείτε
αυτοί
γεωργούν
Аорист
εγώ
γεώργησα
εσύ
γεώργησες
αυτός
γεώργησε
εμείς
γεωργήσαμε
εσείς
γεωργήσατε
αυτοί
γεώργησαν
Будущее
εγώ
θα γεωργήσω
εσύ
θα γεωργήσεις
αυτός
θα γεωργήσει
εμείς
θα γεωργήσουμε
εσείς
θα γεωργήσετε
αυτοί
θα γεωργήσουν
Примеры
Ο παππούς μου γεωργεί έναν μεγάλο αγρό.
Мой дедушка работает на большой ферме. · My grandfather farms a large field.
Γεωργούν τη γη για αιώνες σε αυτό το χωριό.
В этой деревне земледелием занимаются уже веками. · They have been farming this land for centuries in this village.
Θα γεωργήσουν περισσότερες καλλιέργειες την επόμενη χρονιά.
В следующем году они будут выращивать больше культур. · Next year they will cultivate more crops.
Γεώργησε τη γη και πήρε καλή σοδειά.
Он возделал поле и получил хороший урожай. · He tilled the soil and got a good harvest.