γεωμετρικός
[ʝeomeˈtrikós]прилагательноеB1
Значения
1
геометрический, относящийся к геометрии
geometric, relating to geometry · γεωμετρικά σχήματα — геометрические фигуры
2
точный, упорядоченный, правильный (о формах, узорах)
precise, orderly, regular (of forms, patterns) · γεωμετρικό σχέδιο — геометрический узор
Грамматика
мужской род
им.
γεωμετρικός
вин.
γεωμετρικό
род.
γεωμετρικού
зват.
γεωμετρικέ
женский род
им.
γεωμετρική
вин.
γεωμετρική
род.
γεωμετρικής
зват.
γεωμετρική
средний род
им.
γεωμετρικό
вин.
γεωμετρικό
род.
γεωμετρικού
зват.
γεωμετρικό
Примеры
Τα γεωμετρικά σχήματα είναι τρίγωνο, τετράγωνο και κύκλος.
Геометрические фигуры — это треугольник, квадрат и круг. · Geometric shapes are the triangle, square, and circle.
Αυτό το κτίριο έχει γεωμετρικές γραμμές και αυστηρή αρχιτεκτονική.
Это здание имеет геометрические линии и строгую архитектуру. · This building has geometric lines and austere architecture.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποιούσε γεωμετρικά μοτίβα στα έργα του.
Художник использовал геометрические мотивы в своих произведениях. · The artist used geometric motifs in his works.
Η γεωμετρική πρόοδος είναι σημαντική έννοια στα μαθηματικά.
Геометрическая прогрессия — важное понятие в математике. · Geometric progression is an important concept in mathematics.