γεωλογικός
[ʝeoloˈʝikos]прилагательноеB2
Значения
1
геологический, относящийся к геологии
geological, relating to geology · γεωλογικές έρευνες — геологические исследования
Грамматика
мужской род
им.
γεωλογικός
вин.
γεωλογικό
род.
γεωλογικού
зват.
γεωλογικέ
женский род
им.
γεωλογική
вин.
γεωλογική
род.
γεωλογικής
зват.
γεωλογική
средний род
им.
γεωλογικό
вин.
γεωλογικό
род.
γεωλογικού
зват.
γεωλογικό
Примеры
Η γεωλογική δομή του νησιού είναι πολύ ενδιαφέρουσα.
Геологическое строение острова очень интересно. · The geological structure of the island is very interesting.
Διενεργήθηκαν γεωλογικές έρευνες στην περιοχή.
В этом районе проводились геологические исследования. · Geological surveys were conducted in the area.
Το γεωλογικό μουσείο παρουσιάζει δείγματα πετρωμάτων.
Геологический музей демонстрирует образцы горных пород. · The geological museum displays rock samples.