γευματίζω
[ʝevmaˈtizo]глаголгруппа А (безударное -ω)A2
Значения
1
обедать, есть обед
to have lunch, to eat lunch · γευματίζω το μεσημέρι — обедаю в полдень
Грамматика
Настоящее время
εγώ
γευματίζω
εσύ
γευματίζεις
αυτός
γευματίζει
εμείς
γευματίζουμε
εσείς
γευματίζετε
αυτοί
γευματίζουν
Аорист
εγώ
γευμάτισα
εσύ
γευμάτισες
αυτός
γευμάτισε
εμείς
γευματίσαμε
εσείς
γευματίσατε
αυτοί
γευμάτισαν
Будущее
εγώ
θα γευματίσω
εσύ
θα γευματίσεις
αυτός
θα γευματίσει
εμείς
θα γευματίσουμε
εσείς
θα γευματίσετε
αυτοί
θα γευματίσουν
Примеры
Γευματίζω κάθε μέρα στο εστιατόριο.
Я обедаю каждый день в ресторане. · I have lunch every day at the restaurant.
Χθες γευμάτισα με τους φίλους μου.
Вчера я обедал со своими друзьями. · Yesterday I had lunch with my friends.
Θα γευματίσουμε στις δύο το μεσημέρι.
Мы будем обедать в два часа дня. · We will have lunch at two in the afternoon.
Τώρα γευματίζουν στην κουζίνα.
Сейчас они обедают на кухне. · They are having lunch in the kitchen now.