γενοκτονία
[ʝenoktoˈnia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
геноцид, массовое уничтожение народа или этнической группы
genocide, the deliberate systematic killing of a national or ethnic group · η γενοκτονία των Αρμενίων — геноцид армян
Грамматика
Ед. ч.
им.
η γενοκτονία
вин.
τη γενοκτονία
род.
της γενοκτονίας
зват.
γενοκτονία
Мн. ч.
им.
οι γενοκτονίες
вин.
τις γενοκτονίες
род.
των γενοκτονιών
зват.
γενοκτονίες
Примеры
Η γενοκτονία είναι ένα από τα χειρότερα εγκλήματα.
Геноцид — одно из самых страшных преступлений. · Genocide is one of the worst crimes.
Μελετούν τις γενοκτονίες του εικοστού αιώνα.
Они изучают геноциды двадцатого века. · They study the genocides of the twentieth century.
Η διεθνής κοινότητα καταδικάζει κάθε γενοκτονία.
Международное сообщество осуждает любой геноцид. · The international community condemns any genocide.