Греческий словарь
с грамматикой

γεννώ

[ʝeˈno]глаголA2

Значения

1
рождать, производить на свет
to give birth to, to bear · γεννά ένα παιδί — рождает ребёнка
2
порождать, вызывать, создавать
to generate, to cause, to create · γεννά προβλήματα — создаёт проблемы

Грамматика

Настоящее время
εγώ
γεννώ
εσύ
γεννάς
αυτός
γεννά
εμείς
γεννάμε
εσείς
γεννάτε
αυτοί
γεννάνε
Аорист
εγώ
γέννησα
εσύ
γέννησες
αυτός
γέννησε
εμείς
γεννήσαμε
εσείς
γεννήσατε
αυτοί
γέννησαν
Будущее
εγώ
θα γεννήσω
εσύ
θα γεννήσεις
αυτός
θα γεννήσει
εμείς
θα γεννήσουμε
εσείς
θα γεννήσετε
αυτοί
θα γεννήσουν

Примеры

Η μητέρα γέννησε ένα υγιές κορίτσι.
Мать родила здоровую девочку. · The mother gave birth to a healthy girl.
Αυτή η απόφαση γεννά πολλές ερωτήσεις.
Это решение порождает много вопросов. · This decision raises many questions.
Γεννήθηκα το 1995 στην Αθήνα.
Я родился в 1995 году в Афинах. · I was born in 1995 in Athens.
Το άγχος γεννάει αρρώστιες.
Стресс вызывает болезни. · Stress causes illnesses.